εύστροφος

εύστροφος
η, ρ [ος , ον ]
1) ловкий, проворный; подвижной; 2) перен. ловкий, изворотливый; гибкий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "εύστροφος" в других словарях:

  • εὔστροφος — well twisted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύστροφος — εὔστροφος well twisted masc/fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύστροφος — η, ο (ΑΜ εὔστροφος, ον Α και ἐΰστροφος, ον) 1. αυτός που στρέφεται ή κάμπτεται εύκολα, ο ευκίνητος, ο ταχύς («ναυσὶν εὐστρόφοις καὶ ταχείαις», Πλούτ.) 2. οξύνους, έξυπνος (α. «λόγος πρὸς τὰς ἀπαντήσεις εὔστροφος», Πλούτ. β. «εύστροφο πνεύμα») μσν …   Dictionary of Greek

  • εύστροφος — η, ο επίρρ. α 1. ευκίνητος, γρήγορος, ευλύγιστος, σβέλτος. 2. μτφ., έξυπνος, γρήγορος στη σκέψη και στην αντίληψη: Εύστροφο μυαλό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐστροφώτερον — εὔστροφος well twisted masc acc comp sg εὔστροφος well twisted neut nom/voc/acc comp sg εὔστροφος well twisted adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστροφώτατον — εὔστροφος well twisted masc acc superl sg εὔστροφος well twisted neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστρόφως — εὔστροφος well twisted adverbial εὔστροφος well twisted masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔστροφον — εὔστροφος well twisted masc/fem acc sg εὔστροφος well twisted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύστροφον — εὔστροφος well twisted masc/fem acc sg (epic) εὔστροφος well twisted neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστροφωτάταισι — εὔστροφος well twisted fem dat superl pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐστροφώτεροι — εὔστροφος well twisted masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»